Archives de Tag: Crise des réfugiés

Η άλλη ελληνική κρίση

Του Jean François Bissonnette, Λιβάδια, Τήλος

Μετάφραση Ελίζα Μπότσογλου | traduction en grec du texte « L’autre crise grecque » de Jean François Bissonnette

Ο ήλιος χανόταν πίσω από τα βουνά, βουτώντας δυτικά προς τα βάθη του Αιγαίου. Επιστρέφαμε από την κόκκινη παραλία και το μονοπάτι στην απόκρημνη πλαγιά, μοσχομύριζε φασκόμηλο καθώς κατέβαινε αργά προς τα Λιβάδια, το λιμάνι της Τήλου.

Μέσα στον όρμο κούρνιαζαν τα ιστιοφόρα κάποιων θαλασσόλυκων ενώ το πλοίο της γραμμής, που είχε καταφτάσει από το αρχαίο νησί της Ρόδου, ετοιμαζόταν να φύγει προς τον επόμενο σταθμό του, ξεδιπλώνοντας το κομπολόι των νησιών που θα το οδηγούσαν μέχρι τον Πειραιά. Οι λιγοστοί τουρίστες που είχαν αποβιβαστεί χανόντουσαν σιγά σιγά στο νωχελικό βράδυ, απορροφημένοι από αυτή την ξερή και έξω από το χρόνο στεριά.

Σε μια άκρη αυτού του ειδυλλιακού λιμανιού, μπροστά από τα γραφεία του λιμενικού, μία χούφτα ταξιδιωτών χωρίς βαλίτσες συναθροίζονταν ακίνητοι και σιωπηλοί. Το σκούρο τους δέρμα, το μαντήλι που φορούσαν οι γυναίκες στο κεφάλι τους, άφηναν να εννοηθεί ότι τους είχε φέρει εκεί κάτι άλλο από την απλή επιθυμία για καλοκαιρινές διακοπές.

Ο σκύλος που είχαμε μαζί μας φαινόταν να τραβάει την προσοχή των παιδιών που τον παρατηρούσαν από απόσταση, κάτω από το κουρασμένο βλέμμα των γονιών τους. Χάρη στην παρουσία του τετράποδου μπορέσαμε να τους κάνουμε την ερώτηση, την απάντηση της οποίας μπορούσαμε ήδη να φανταστούμε. «Από που είσαστε;» Η καταγωγή, αυτό το καταραμένο ερώτημα, πάντα καυτό. Ένας άντρας μας απάντησε : «Είμαι από τη Συρία, αυτός από το Ιράκ». Ο διπλανός του μας χαιρέτησε με ένα νεύμα.

Στα δεξιά μας, στο λιμάνι, ένα υπερπολυτελές γιότ έκανε μανούβρες για να παρκάρει. Στην πλώρη του έγραφε Istambul. Είχε έρθει και αυτό από την Τουρκία, καμιά εικοσαριά ναυτικά μίλια από την Τήλο, αλλά λίγη σχέση είχε με το πλεούμενο πάνω στο οποίο είχαν φτάσει, την ίδια κιόλας μέρα, οι πρόσφυγες. Οι διακινητές τούς είχαν αφήσει σε μία ερημική παραλία του νησιού, όπου πέρασαν αρκετές ώρες χωρίς νερό ή φαγητό ως που να τους αντιληφθούν και να τους στείλουν βοήθεια. Στη Ρόδο, οι τουρίστες πληρώνουν, για την αντίστροφη ακριβώς διαδρομή, περίπου το ένα εκατοστό του ποσού που πλήρωσαν οι πρόσφυγες για να φτάσουν στην Τήλο.

Στο λιμάνι, γύρω από τους πρόσφυγες άρχιζε να υπάρχει μια σχετική κίνηση, κάτι φαινόταν να ετοιμάζεται. Συγκινημένοι από τα πρόσωπά τους, στα οποία σα να μαντεύαμε τη λάμψη του πολέμου και της φωτιάς του, αρχίσαμε να αναζητούμε κάποιον τρόπο να βοηθήσουμε. Πλησιάσαμε μία γυναίκα που έδειχνε σοβαρή και πολυάσχολη. Απ΄ό,τι αποδείχτηκε, ήταν η δήμαρχος του χωριού. Μας επιφόρτισε με την αποστολή του να πάμε να φέρουμε νερό. Καμιά φορά ξεχνάει κανείς πόσο απλά είναι τα πράγματα από τα οποία μπορεί να εξαρτάται μια ζωή.

Επιστρέψαμε φορτωμένοι. Μας περικύκλωσαν χέρια διψασμένα και ευγνώμονα. Η ομάδα άρχισε να κατευθύνεται προς άγνωστη κατεύθυνση. Ρωτήσαμε έναν αστυνομικό προς τα πού θα τους πήγαιναν. Μας εξήγησε ότι υπήρχε ένα αυτοσχέδιο κέντρο υποδοχής λίγο έξω από το χωριό. Εκεί θα περνούσαν τη νύχτα περιμένοντας την επομένη για να αρχίσουν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Δεν ήταν οι πρώτοι πρόσφυγες που έφταναν στην Τήλο. Τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου δέχονται εδώ και μήνες, κάθε μέρα, εκατοντάδες ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράκ αλλά και από το Αφγανιστάν ή το Πακιστάν. Τα απόνερα των πολιτικών παιχνιδιων της Μέσης Ανατολής ξεχειλίζουν στις ακτές της Ευρώπης. Μόνο το μήνα Ιούλιο πάνω από 50 000 ψυχές κατέφτασαν στα ελληνικά νησιά. Η πίεση κατάντησε ανυπόφορη.

Η Τήλος έχει μόλις 500 μόνιμους κατοίκους. Από τα μέσα του Ιούνη έχουν έρθει πάνω από 1500 πρόσφυγες. Μόνο στην πρώτη βδομάδα του Αυγούστου, έφτασαν, μοιρασμένοι σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ομάδες, γύρω στους 600 ανθρώπους. Μένουν στο νησί για λίγες μέρες, ως που να καταφέρουν να βγάλουν τα απαραίτητα έγγραφα που θα τους επιτρέψουν να ταξιδέψουν προς την Αθήνα και ύστερα προς τις χώρες της βόρειας Ευρώπης. Με ελάχιστα μέσα, πολύ μικρή και απομακρυσμένη από την πρωτεύουσα, η Τήλος προσπαθεί να ανταπεξέλθει σε αυτήν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, χωρίς τη βοήθεια του κράτους που είναι και το ίδιο στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης.

Το μέρος όπου οι πρόσφυγες οδηγήθηκαν εκείνο το βράδυ λειτουργούσε κάποτε ως στρατόπεδο. Σήμερα δεν είναι παρά ένας εγκαταλειμμένος χώρος που μετά βίας επιβιώνουν δύο ετοιμόρροπα κτίρια. Πήγαμε να τους βρούμε όταν έπεφτε η νύχτα. Μέσα στο σκοτάδι αυτής της νύχτας χωρίς φεγγάρι, μπορούσαμε ίσα ίσα να διακρίνουμε τη φωτεινή δέσμη ενός φακού, μοναδικής πηγής φωτός σε ένα χώρο χωρίς ηλεκτρικό.

Πηγαίνοντας από τη μία ομάδα στην άλλη, οι λιγοστοί εθελοντές μοιράζανε παλιά στρώματα και υπνόσακους, που αποτελούσαν τη μοναδική υποδομή που υπήρχε για να φιλοξενήσει τους άρτι αφιχθέντες. Βραδινό δεν επρόκειτο να διανεμηθεί εκείνο το βράδυ και για τις φυσικές τους ανάγκες οι πρόσφυγες θα έπρεπε να περπατήσουν επί 10 λεπτά μέχρι τη μοναδική δημόσια τουαλέτα του χωριού.

Μέχρι πριν από μία βδομάδα, αυτοί που έφταναν στο νησί φιλοξενούνταν σε ένα παλιό μοναστήρι, βρίσκοντας τουλάχιστον την άνεση μίας στέγης πάνω από το κεφάλι τους. Όμως η Εκκλησία της Ελλάδας, ο μόνος θεσμός που μπορεί ακόμα να θεωρηθεί ότι κατέχει κάποια χρήματα, αποφάσισε να βάλει ένα τέλος σε αυτή την πράξη χριστιανικού ελέους και έκλεισε την πρόσβαση στο ιερό κτιριο.Ίσως οι κληρικοί να πιστεύουν, όπως και καποιοι κάτοικοι, ότι οι μετανάστες θα πάψουν να έρχονται αν πάψει να τους παρέχεται βοήθεια.

Ωστόσο οι δημοτικές αρχές φαίνονται ευαισθητοποιημένες σε αυτό το ζήτημα. Πάει ήδη πάνω από ένας χρόνος από τότε που η Τήλος κατάφερε να πείσει την τότε κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει τη δημιουργία ενός μόνιμου κέντρου υποδοχής, σε ένα οικόπεδο που είχε παραχωρήσει κάτοικος του νησιού. Αλλά η πολιτική και οικονομική κρίση μπλόκαραν τη χρηματοδότηση που τελικά δεν έφτασε ποτέ. Έτσι, το εγκαταλειμμένο στρατόπεδο παραμένει σήμερα η μόνη εναλλακτική στο ελεύθερο κάμπινγκ στους δρόμους και στην παραλία του Λιβαδιού.

Ξαναπήγαμε το επόμενο πρωί, αφού μας είχαν πει ότι θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε στην ομαδική κουζίνα. Όταν φτάσαμε βρήκαμε τις οικογένειες και τις περιστασιακές παρέες των προσφύγων στριμωγμένες κάτω από τα δεντράκια να προσπαθούν να προστατευτούν από το φλογερό ήλιο. Τελικά δεν υπήρχε τίποτα να μαγειρέψουμε εκείνη τη μέρα. Το λιμενικό που κανονικά επρόκειτο να φέρει τα τρόφιμα είχε λάβει μήνυμα από τα κεντρικά ότι δεν υπήρχε χρηματοδότηση για αυτό το σκοπό.

Υποθέτω ότι οι αρχές θα σκέφτηκαν ότι εφόσον οι πρόσφυγες είχαν μπορέσει να πληρώσουν 1000 ευρώ στους διακινητές που τους έφεραν στο νησί, θα μπορούσαν να ξοδέψουν και κανένα ψιλό για να αγοράσουν σουβλάκια από τα εστιατόρια της περιοχής. Και είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι δε δείχνουν ιδιαίτερα φτωχοί, άλλος φορώντας σινιέ μπουφάν, άλλος ψάχνοντας στο έξυπνο τηλέφωνό του τη μετάφραση της λέξης «μάτι» προσπαθώντας να ζητήσει βοήθεια για τη μόλυνση από την οποία υποφέρει ο σύντροφός του.

Νιώθαμε λίγο γελοίοι με τη σακούλα μας με τα γλυκά, που απ΄ό,τι φαινόταν ήταν τα μοναδικά διαθέσιμα τρόφιμα, τα οποία τα είχαμε φέρει με σκοπό να τα μοιράσουμε σε καμιά δεκαριά παιδάκια που είχαν φτάσει το προηγούμενο βράδυ. Κάποια από αυτά, με ροδαλά και παχουλά προσωπάκια, άρπαζαν τα γλυκά με λαιμαργία, ενώ άλλα αρνιόντουσαν ευγενικά. Ένα κοριτσάκι πήρε από τη σακούλα ένα μπισκότο και το άφησε να πέσει στο έδαφος, κοιτώντας μας με σβησμένο βλέμμα, χωρίς ηλικία, μέσα στο οποίο δεν ξέραμε αν έπρεπε να διαβάσουμε την κούραση μιας νύχτας στο έλεος των εντόμων μετά από το περιπετειώδες πέρασμα της προηγούμενης μέρας ή ακόμα τη φρίκη που την έδιωξε από τον τόπο της.

Αυτό το βλέμμα θα μας στοίχειωνε για καιρό, εμάς που εκεί ήμασταν μόνο περαστικοί.

Παρόμοια πληγωμένα βλέμματα, αλλά και χαμόγελα ανακούφισης και ευγνωμοσύνης, αντικρίζουν κάθε μέρα η Κάρεν, η Έλενα, ο Τσαρλύ και ο Νικήτας, οι τέσσερις εθελοντές που προσπαθούν να προσφέρουν όση βοήθεια μπορούν στους κατατρεγμένους της Τήλου. Το θάρρος, η αυτοθυσία, η επιμονή αλλά και η απελπισία τους μπροστά σε μία κατάσταση που τη βλέπουν καθημερινά να χειροτερεύει, αποτελούν ένα θαυμαστό παράδειγμα ανθρωπισμού σε έναν κόσμο που παραπαίει. Μεθυσμένοι από την ομορφιά του νησιού, από τα γάργαρα νερά του και το γαλήνιο γαλάζιο του ουρανού του, είχαμε σχεδόν ξεχάσει τη σκληρή πραγματικότητα, η οποία μας θύμισε την ύπαρξή της με τη βία ενός τυφώνα.

Σε λίγο ο ήλιος θα βγει από την ανατολή και από την ανατολή θα έρθουν πάνω στις στα άθλια φουσκωτά τους, γεμάτοι φόβο και ελπίδα για μια αξιοπρεπή ζωή, νέα πλήθη προσφύγων. Στην Ελλάδα, αλλά και στην Ιταλία και στην Ισπανία, θα καταφτάσουν από παντού, όλο και πιο πολλοί. Ποιος τότε θα ορθωθεί για να τους υποδεχτεί;

Μία καμπάνια χρηματοδότησης των εθελοντών της Τήλου έχει ξεκινήσει στο IndieGogo : Help volunteers helping refugees in Tilos, Greece. Η καμπάνια οργανώνεται από τον Jean François Bissonette και τους ίδιους τους εθελοντές της Τήλου.

Poster un commentaire

Classé dans Eliza Botsoglou, Jean François Bissonnette

L’autre crise grecque

Par Jean François Bissonnette, Livadia, Grèce

Le soleil s’effaçait déjà derrière les montagnes, plongeant vers l’ouest quelque part au fond de la mer Égée. Nous rentrions de la plage rouge, et le sentier au flanc des falaises escarpées et lourdes du parfum de la sauge descendait doucement vers Livadia, le port de l’île de Tilos.

Dans la crique mouillaient les voiliers de quelques bourlingueurs, et le traversier venu de l’antique Rhodes repartait vers sa prochaine escale, égrenant le chapelet des îles qui le conduirait jusqu’au Pirée. La poignée de touristes débarqués se fondaient peu à peu dans la langueur du soir, absorbés par cette terre aride et hors du temps.

Aux abords de ce havre bucolique, devant les bureaux de la police portuaire, un groupe de voyageurs sans bagages se massait, immobiles et silencieux. Leur teint basané, le foulard porté par les femmes laissaient entrevoir que c’était une autre quête que celle des vacances estivales qui les avait menés ici.

Le chien que nous promenions semblait captiver les enfants, qui l’observaient à distance sous le regard fatigué de leurs parents. Par l’entremise du canidé, nous pûmes poser la question dont nous devinions déjà la réponse. « D’où venez-vous? » L’origine, question toujours maudite, toujours brûlante. Un homme répondit : « Je viens de Syrie, lui vient d’Irak. » Son voisin salua d’un hochement de tête.

À notre droite, sur le port, un yacht majestueux manœuvrait pour accoster. On pouvait lire sur sa poupe, Istanbul. C’était aussi de Turquie, à une vingtaine de milles marins, mais sur un tout autre type d’embarcation, qu’était partie ce matin-là la cinquantaine d’exilés. Débarqués par les passeurs sur une plage isolée du sud de l’île, sans eau ni nourriture, ce n’est que quelques heures plus tard qu’ils avaient été remarqués et secourus. À Rhodes, on propose aux touristes des croisières en sens inverse pour un centième du prix qu’ils avaient dû débourser pour se retrouver là.

Sur le port, autour des réfugiés, une certaine agitation s’installait, un mouvement paraissait se préparer. Interpellés par ces visages où l’on croyait voir luire la guerre et ses feux, nous cherchions que faire. Offrant notre aide à une femme à l’air sérieux et affairé, qui s’avéra être la mairesse de l’île, nous reçûmes consigne d’aller quérir de l’eau. On oublie souvent à quelles choses simples la vie peut tenir.

Nous revînmes les bras chargés, pour se retrouver aussitôt entourés de mains avides et reconnaissantes. Le groupe s’ébranlait dans une direction inconnue. À un policier posté là, nous demandâmes où ces gens allaient être emmenés. Il nous expliqua qu’un camp avait été aménagé à la lisière du village. C’est là qu’ils passeraient la nuit, en attendant que la machine administrative démarre le lendemain.

Ce n’était pas le premier groupe de réfugiés à toucher terre sur Tilos. Depuis des mois, les îles grecques en mer Égée reçoivent, jour après jour, des centaines de personnes venues de Syrie, d’Irak, mais aussi d’Afghanistan et du Pakistan. Le grand jeu moyen-oriental déborde jusqu’aux portes de l’Europe. Sur l’ensemble des îles grecques, ils sont plus de 50 000 à être débarqués au cours du mois de juillet. La tension devient insoutenable.

Tilos compte à peine 500 habitants. Depuis la mi-juin, plus de 1500 réfugiés y ont mis le pied, dont 600 durant la seule semaine du 3 août, des groupes plus ou moins nombreux se succédant aux deux ou trois jours. Ils séjournent ainsi sur l’île pendant quelques jours avant de repartir vers Athènes puis le nord de l’Europe une fois délivrés leurs papiers officiels. Privée de moyens, trop éloignée et minuscule pour être épaulée par un gouvernement central lui-même aux bords de la faillite, Tilos tente de parer au plus urgent.

L’endroit où l’on amena les migrants, ce soir-là, formait jadis une base militaire. Aujourd’hui, ce n’est guère plus qu’un terrain vague, où tiennent encore à peine debout deux bâtiments vétustes. Nous allâmes y voir à la nuit tombée. Dans la pénombre de cette nuit sans lune, on distinguait en s’approchant le faisceau d’une lampe de poche, seule lumière sur ce terrain sans électricité.

Circulant d’un groupe à l’autre, quelques volontaires distribuaient vieux matelas et sacs de couchage qui représentaient toute l’infrastructure disponible pour héberger les nouveaux venus. Il n’y aurait pas de repas, ce soir-là, et pour satisfaire leurs besoins naturels, les migrants devraient trouver leur chemin jusqu’à la seule toilette publique du village, à dix minutes de marche.

Jusqu’à la semaine précédente, ceux qui parvenaient jusqu’à l’île étaient accueillis dans un ancien monastère, y trouvant au moins le confort relatif d’un toit. Mais dans un bel exemple de charité chrétienne, l’Église orthodoxe grecque, la seule institution du pays à pouvoir encore se dire riche, a décidé que c’en était assez, et fermé l’accès au lieu saint. Serait-ce pour maintenir l’équilibre parmi des insulaires largement hostiles à la venue des migrants? Peut-être le clergé croit-il, comme bon nombre des habitants, que les migrants cesseront de venir si l’on cesse de les aider.

Aussi la poignée de bénévoles subit-elle la vindicte populaire. Agressions verbales et gestes d’intimidation se multiplient, sans que la police intervienne. Les autorités municipales se montrent pourtant sensibles à l’enjeu. Il y a déjà plus d’un an, Tilos est parvenue à convaincre l’ancien gouvernement de financer la construction d’un camp semi-permanent, sur un terrain offert par un résident de l’île. Mais la crise politique et budgétaire s’étant aggravée depuis, les fonds ne sont jamais venus, et l’ancienne base militaire reste aujourd’hui la seule alternative au camping sauvage dans les rues et sur la plage de Livadia.

Nous y revînmes le lendemain matin, après s’être laissés dire que nous pourrions aider à la cuisine collective. À notre arrivée, les familles et compagnons d’infortune s’agglutinaient au pied des quelques arbres offrant leur ombre sous un soleil ardent. Il n’y avait finalement rien à cuisiner, ce jour-là, la police portuaire normalement chargée de pourvoir à l’alimentation des réfugiés ayant reçu du QG de Rhodes la nouvelle qu’il n’y avait pas de budget à cette fin.

On suppose que les autorités devaient se dire que si ces réfugiés avaient pu payer les mille euros par personne qu’empochent les passeurs, il devait bien leur rester une poignée de change pour acheter des souvlakis au restaurant du coin. Et il est vrai, en apparence, que la plupart n’ont pas l’air misérables, qui portant un chandail griffé, qui cherchant sur son téléphone intelligent la traduction du mot « œil » pour désigner l’inflammation logée dans celui de son partenaire.

Nous avions l’air un peu ridicules avec notre sac de pâtisseries, seules provisions disponibles sur le camp ce matin-là, que nous avions achetées dans l’intention de les distribuer à la douzaine d’enfants arrivés la veille. Certaines, au visage rose et potelé, y pigeaient avec gourmandise, d’autres refusaient poliment. Une fillette prit dans le sac que nous lui tendions un biscuit qu’elle laissa tomber au sol, nous fixant d’un regard éteint, sans âge, dans lequel on ne savait que lire, de la fatigue d’une nuit livrée aux insectes après la traversée houleuse de la veille, ou des horreurs qui l’avaient chassée de chez elle.

Ce regard nous hantera longtemps, nous qui n’étions que de passage.

Ce sont pareils regards traumatisés, mais aussi les sourires du soulagement et de la gratitude, que croisent jour après jour les Karen, Elena, Charlie et Nikitas, ces quatre bénévoles qui tentent à eux seuls, envers et contre tout, d’offrir un tant soit peu de secours aux échoués de Tilos. Leur courage, leur abnégation, leur persévérance, mais aussi leur désespoir face à une situation qu’ils pressentent destinée à empirer, constituent un remarquable témoignage d’humanité dans ce monde à la dérive. Une dérive que nous avions bien failli oublier, saoulés que nous étions par la beauté de l’île, de sa mer cristalline et de son azur imperturbable, mais qui s’est rappelée à nous avec la force d’un ouragan.

Le soleil se lèvera bientôt à l’est, et à l’est monteront à nouveau sur leurs frêles esquifs, avec la peur au ventre et l’espoir d’une vie décente, de nouvelles cohortes de réfugiés. En Grèce, mais aussi en Italie ou en Espagne, ils afflueront de partout, toujours plus nombreux. Qui donc se lèvera pour les accueillir?

 


 

Mise à jour du 12 septembre 2015

Une campagne de soutien financier aux bénévoles de Tilos est en cours sur le site IndieGogo : « Aidons les bénévoles qui aident les réfugiés à Tilos ». La campagne est organisée conjointement par Jean François Bissonnette et les bénévoles de Tilos.

 

Poster un commentaire

Classé dans Jean François Bissonnette